Πρώτη φορά
τον είχα συναντήσει σε ένα υπόγειο μπαρ
στα Εξάρχεια, με είχε τραβήξει η παρέα
μου στο πρώτο έτος. “Έλα ρε όλο κάθεσαι
και διαβάζεις, πάμε ‘κει να τα πιούμε”,
μου είχαν πει, και εδώ που τα λέμε δεν
με έπαιρνε να τους ακυρώσω ξανά, έτσι
πήγα. Όταν φτάσαμε ήταν γεμάτο κόσμο
από κάθε ηλικία και κοινωνική τάξη, το
έβλεπες από τα ρούχα τους. Το πρωί μπορεί
έτσι και ο ένας προσπερνούσε τον άλλο
τυχαία στον δρόμο να τον σνόμπαρε και
να τον έβριζε από μέσα του, αλλά εδώ θα
μιλούσαν μαζί, θα γελούσαν και θα
αντάλλαζαν τηλέφωνα· δεν θα τηλεφωνούσαν
ποτέ όμως ο ένας στο άλλο γιατί μόνο εδώ
μια τέτοια φιλία ήταν εφικτή. Μόνο εδώ,
στο ημίφως, υπό την επήρεια του αλκοόλ.
Μόνο εδώ μπορούσαν τα χνώτα τόσο
διαφορετικών ανθρώπων, αναμιγμένα με
τον μπόλικο καπνό στην ατμόσφαιρα, να
ταιριάξουν.
Καθίσαμε στο
τραπεζάκι μας πέντε άτομα παρέα και
παραγγείλαμε τα ρακόμελα που συνηθίζαμε
όταν βγαίναμε. Μας περιποιήθηκαν, μας
έφεραν δυο καραφάκια μέσα είχαν από ένα
ξυλαράκι κανέλα, φετούλα πορτοκάλι και
γαριφαλάκι. Κατέβασα ένα σφηνάκι και
ζεστάθηκε το μέσα μου, ό,τι έπρεπε μετά
από τον ποδαρόδρομο που ρίξαμε στην
κρύα νύχτα του Δεκέμβρη μέχρι να το
βρούμε. Και οι άλλοι έπραξαν όμοια.
Σύντομα οι γλώσσες μας λύθηκαν και
πιάσαμε κουβέντα εφ όλης της ύλης. Λέγαμε
για την σχολή, για γκομενικά και διάφορα
μέρη που θέλαμε να πάμε στην Αθήνα.
Πρακτικά ακόμη γνωριζόμασταν. Έγω είχα
έρθει από Πάτρα. Μόνο μια άλλη κοπέλα η
Αλεξάνδρα ήταν Αθηναία. Ο Ιωσήφ ήταν
από Κρήτη, ο Γιώργος από Κόρινθο και η
Γιώτα από Λάρισα. Το βλέμμα του Γιώργου
δεν έφευγε από πάνω μου. Δεν ήταν άσχημος,
ομορφούλης ήταν, απλά μου φαινόταν λίγο
ρηχός. Στο πρώτο έτος πιάνεις να κάνεις
παρέα με όποιον βρεις για να μην είσαι
μόνο σου, δεν κοιτάς τον χαρακτήρα.
Πήγαινε γυμναστήριο είχε μηχανάκι φουλ
στυλ κάγκουρα, απορώ πως και μπήκε
φιλοσοφική· δεν θα ήταν η πρώτη του
επιλογή.
Κάποια στιγμή
σηκώθηκα να πάω στην τουαλέτα, με τόσα
ποτά ήταν επόμενο. Σε κάποιο σημείο το
μαγαζί έκανε μια γωνία οι τουαλέτες
ήταν στο βάθος, αλλά είχε και μερικά
τραπεζάκια. Οι πελάτες δεν τα προτιμούσαν,
αφού ήταν πιο απόμερα από την υπόλοιπη
σάλα. Εκεί ήταν που τον πρωτοείδα. Έναν
παράξενο τύπο τυλιγμένο μέσα σε ένα
σύννεφο καπνού να διαβάζει το βιβλίο,
στο φως του λαμπατέρ του τραπεζιού του
και να καπνίζει. Πρέπει να ήταν γύρω στα
τριάντα. Με κοίταξε και μου χαμογέλασε.
Του χαμογέλασα και εγώ. Όταν γύρισα από
την τουαλέτα διαπίστωσα ότι ήμουν ήδη
αρκετά μεθυσμένη ώστε να πάω και να του
μιλήσω. Ήταν διδακτορικός φοιτητής στην
Αρχιτεκτονική. Μιλούσε τόσο όμορφα,
ρουφούσα τις λέξεις του την μία μετά
την άλλη. Δεν ξέρω αν έφταιγε το ρακόμελο,
ή είχα ζαλιστεί από τον πολύ καπνό, αλλά
σχεδόν δεν μπορούσα να ξεχωρίσω το
περίγραμμα του προσώπου του από τον
καπνό που τον περιέβαλε. Σαν να μην
υπήρχε ευδιάκριτο σύνορο, αλλά το
πρόσωπό του σιγά σιγά να αραίωνε και να
χανόταν στην ομίχλη του τσιγάρου του.
Πριν μου
μιλήσει πάντα τραβούσε μια τζούρα. Ήταν
ξυρισμένος κόντρα, αφήνοντας εκτεθειμένο
το πρόσωπό του και το όμορφο πιγούνι
του. Φορούσε στρόγγυλα γυαλιά και οι
μπούκλες των σγουρών μαλλιών του έπεφταν
στο μέτωπό του. Άρχισε να μου μιλάει για
την ιστορία των νεοκλασικών στο κέντρο
της Αθήνας, όχι τόσο για την ιστορία των
κτιρίων, αλλά και για τους ανθρώπους
που τα κατοικούσαν. Φαίνεται να ήξερα
πολλά για του τρόπους και τις συνήθειες
των Αθηναίων παλιά ως πριν την μικρασιατική
καταστροφή. Μου είπε για την ιστορία
του μπαρ, το πως παλιά ήταν τεκές, και
σύχναζαν πολλοί ρεμπέτες και μαχαιροβγάλτες,
και πως εδώ που τα λέμε η κατάσταση δεν
έχει αλλάξει και πολύ· δείχνοντας το
ντουμάνι που επικρατούσε. Τον ρώτησα
το όνομά του, μου είπε Κωνσταντίνος.
Μετά από λίγο
ήρθαν τα παιδιά που είχαν αρχίσει να με
ψάχνουν, θα έκλεινε το μετρό σε λίγο.
Του είπα αν ήθελε να ερχόταν μαζί μας
για βόλτα. Μου είπε ότι δεν μπορούσε να
φύγει. Όταν ήρθα την άλλη μέρα και ρώτησα
την μπαργούμαν γι’ αυτόν, μου είπε πως
τον είχε ξαναδεί μια φορά όταν πρωτοείχε
αρχίσει να δουλεύει εδώ και πως στο
μαγαζί τον φώναζαν απλά, το αερικό.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου